κατεγγύη

κατεγγύη
κατ-εγγύη, , die Verbürgung, Bürgschaft, ἐμπεσόντος εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀνϑρώπου πρὸς κατεγγύην, weil er keine Bürgschaft stellen konnte

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κατεγγύη — κατεγγύη, ἡ (Α) εγγύηση, εγγυοδοσία, και ειδ. η εγγύηση που, κατά το αττ. δίκαιο, ήταν υποχρεωμένος ο κατηγορούμενος να δώσει, για να είναι εξασφαλισμένη η πολιτεία ότι αυτός θα πλήρωνε το πρόστιμο, αν καταδικαζόταν («πρὶν γὰρ ἐξελθεῑν ἐκ τοῡ… …   Dictionary of Greek

  • κατεγγυᾶν — κατεγγύη giving of security fem gen pl (doric aeolic) κατεγγυάω pledge pres part act masc voc sg (doric aeolic) κατεγγυάω pledge pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) κατεγγυάω pledge pres part act masc nom sg (doric aeolic) κατεγγυᾶ̱ν …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεγγύην — κατεγγύη giving of security fem acc sg (attic epic ionic) κατεγγυάω pledge imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) κατεγγυάω pledge imperf ind act 1st sg (homeric ionic) κατεγγυάω pledge imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) κατεγγυάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SERVI — vetustum nomen, et a Noahi usque temporibus deductum, sacra Biblia testantur, Gen. c. 9. v. 25. Maledictus Chanaan, servus servorum erit, fratribus suis. Quod expressit eleganter Alcimus Avitus l. 4. Primum inde repertium Servitii nomen: cuncti… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κατεγγυεύω — (Α) [κατεγγύη] δίνω ασφάλεια ή εγγύηση …   Dictionary of Greek

  • κατεγγυώ — κατεγγυῶ, άω (Α) 1. (για πατέρα που δίνει την κόρη του σε γάμο) υπόσχομαι να δώσω, μνηστεύω, αρραβωνιάζω («σοὶ δὲ παῑδ ἐγὼ κατεγγυῶ», Ευρ.) 2. (ως αττ. νομ. όρος) καθιστώ κάποιον υπεύθυνο, αναγκάζω κάποιον να δώσει εγγύηση (α. «κατηγγύησεν αὐτὴν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”